φαλαρίδα

φαλαρίδα
[-ις (-ίδος)] η лысуха (птица)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "φαλαρίδα" в других словарях:

  • φαλαρίδα — (falica atra). Καλοβατικό πτηνό της οικογένειας των ραλλιδών, της τάξης των γερανόμορφων. Είναι πουλί με χαρακτηριστικές μεμβρανώδεις αποφύσεις στα πλευρά κάθε φάλαγγας των δακτύλων, που είναι μακριά, καλύπτονται με φολίδες και είναι εφοδιασμένα… …   Dictionary of Greek

  • φαλαρίδα — φαλᾱρίδα , φαλαρίς coot fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κουκουλόχορτο — το κοινή ονομασία τών ελληνικών ειδών τού γένους ερείκη, καθώς και τών ελληνικών ειδών τού γένους φαλαρίδα …   Dictionary of Greek

  • φαλήριον — τὸ, Α [φάληρος / φάλαρος] το φυτό φαλαρίδα …   Dictionary of Greek

  • φαλαρίς — Τύραννος του Ακράγαντα, παροιμιώδης για τη σκληρότητά του (6ος αι. π.Χ.). Σύμφωνα με μαρτυρίες του Πίνδαρου, εξόντωνε τους αντιπάλους του με ιδιαίτερα ωμό τρόπο. Τους έκλεινε στο εσωτερικό ενός χάλκινου ταύρου, ο οποίος στη συνέχεια πυρακτωνόταν… …   Dictionary of Greek

  • φαληρίς — (I) ίδος, ἡ, Α ιων. τ. βλ. φαλαρίδα. (II) ίδος, ἡ, Α βλ. Φαληρεύς …   Dictionary of Greek

  • φόλιζα — η, Ν ζωολ. κοινή ονομασία τού πτηνού φαλαρίδα …   Dictionary of Greek

  • καλοβάμονα ή καλοβατικά — Ομάδα πτηνών με χαρακτηριστικά μεγάλα πόδια, τα οποία τους επιτρέπουν να βαδίζουν εύκολα στα βαλτώδη και λασπώδη εδάφη. Άλλα ειδικά γνωρίσματα των ειδών αυτής της ετερογενούς ομάδας –που σήμερα δεν αναγνωρίζεται πια από τους ορνιθολόγους– είναι… …   Dictionary of Greek

  • κενταύριο — (Centaurium). Γένος ποωδών ή φρυγανωδών φυτών της οικογένειας των συνθέτων (δικοτυλήδονα). Περιλαμβάνει περίπου 500 είδη, τα περισσότερα από τα οποία είναι άγρια· ελάχιστα καλλιεργούνται ως καλλωπιστικά. Η ελληνική χλωρίδα αριθμεί περίπου 70 είδη …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»